This website is using cookies

We use cookies to ensure that we give you the best experience on our website. If you continue without changing your settings, we'll assume that you are happy to receive all cookies on this website. 

Ritsos, Jannis: H σονάτα του σεληνόφωτος

Portre of Ritsos, Jannis

H σονάτα του σεληνόφωτος (Greek)

(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 -
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, -
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; -
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; -
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)



Uploaded byP. T.
Source of the quotationhttp://logiasantaxronia.blogspot.hu

Holdfényszonáta (Hungarian)

Tavaszi este, tágas szoba egy öreg házban. Fekete ruhás idős asszony beszél egy ifjúhoz. Nem gyújtották fel a lámpákat. Mindkét ablakon a hold világít könyörtelenül. El is felejtettem említeni, a fekete ruhás asszony két-három érdekes, áhítatos verses kötet szerzője. Szóval a fekete ruhás hölgy beszél az ifjúhoz:

„Hadd jöjjek veled. Micsoda Hold van ma éjszaka!
A Hold kedves – nem mutatja,
hogy hajam őszbe vegyül. A Hold újra
arannyá változtatja a hajamat. Nem is vennéd észre.
Hadd jöjjek veled.”

Holdvilágnál a szoba árnyai nagyobbra nőnek,
láthatatlan kezek rajzolják a függönyöket,
kísérteties ujj ír elfelejtett szavakat a zongora porába
Nem akarom őket hallani, csitt!

„Hadd jöjjek veled, egy kicsit lejjebb még, míg a téglagyár fala tart,
ahol az út kanyarodik, s a légies beton város feltűnik, holdfénytől fehérre meszelten,
olyan más és olyan megfoghatatlan,
oly bizonyos, mint a metafizika,
hogy végül elhiszed, hogy létezel is és nem is,
hogy soha nem is léteztél, s az idő a megsemmisülésével sohasem létezett.
Hadd jöjjek veled.

Ülünk majd kicsit az alacsony falon, fenn a dombon,
s ahogy a tavaszi szellő fúj körülöttünk,
talán elképzeljük azt is, hogy szállunk,
mert gyakran, s különösen most, hallom a saját ruhám hangját,
mintha két erőteljes szárny nyílna s csukódna,
érzed a torkod, bordáid és húsod feszes hálóját,
s mikor bezárod magadat ennek a repülésnek a hangjába,
érzed a torkod, bordáid és húsod feszes hálóját,
s így az azúr ég szűk izmai közepette,
a mennyek erős idegszálai közepette,
nem számít, hogy mész vagy visszatérsz,
nem számít, hogy mész vagy visszatérsz,
és nem számít, hogy a hajam fehér lett már
(mert nem ez a bánatom – a bánatom az, hogy a szívem
fehérré nem vált).
Hadd jöjjek veled.

Tudom, hogy mindegyikünk egyedül utazik a szeretetbe,
egyedül a hithez és a halálba.
Tudom ezt, én kipróbáltam, ez nem segít.
Hadd jöjjek veled.

Ez a ház kísértet járta, vadászik rám –
amit mondok az az, hogy megvénült már, a szegek meglazultak,
a képek lógnak, mintha a semmibe lennének mártva,
a vakolat hangtalanul hullik alá,
mint a halott ember kalapja hullik le a szegről a sötét előcsarnokban,
mint a molyrágta kesztyű hullik le a csend térdéről,
vagy, mint ahogy a holdsugár esik az öreg, kibelezett karosszékre.

Egykor ez is új volt – nem a fénykép, melyre  oly kétkedve bámulsz –
a karosszéket mondom, nagyon kényelmes volt, órákig ülhettél benne
csukott szemmel álmodozva bármiről, ami csak eszedbe jutott,
homokos tengerpartról, mely sima és nedves, fénylik a holdfényben,
jobban fénylik, mint a régi bőr cipőm, melyet minden hónapban a sarki cipőfényezőhöz küldtem,
vagy, mint a halászhajó vitorlája, mely saját sóhajától meglékelten süllyed,
egy háromszögű vitorla, mint egy kendő, ferdén félbe hajtva,
mivel nem volt mit befognia vagy megtartania,
nem volt kinek búcsút inteni vele.  Mindig is rajongtam a kendőkért,
nem azért, hogy bármit beléjük kössek,
naplementés mezőkön szedett virágmagokat vagy kamillát,
nem azért, hogy négy csomót kössek a csücskeire, mint a munkások fejfedői az útmenti építkezéseken,
sem azért, hogy a szemeimet legyezgessem – mindig vigyáztam a szemem világára;
sohasem viseltem szemüveget. Csak egy ártalmatlan önkifejező eszköz, a kendő.

Most negyedekbe hajtom, nyolcadokba, tizenhatrétbe,
hogy ujjaimat lefoglaljam. És visszaemlékszem, így számoltam a zenét mikor az Odeionba mentem
kék kötényben és fehér gallérral, két szőke fonattal, - 8, 16, 32, 64 –,
kéz a kézben egy kis barátommal, hamvas, csupa világos csokorbaszedett virág,
(bocsáss meg az ilyen hozzáfűzésekért – rossz szokás) – 32, 64 –
a családom nagy reményeket fűzött a zenei tehetségemhez. De a karosszékről kezdtem el beszélni,
kibelezett – a rozsdás rugói kilátszanak, s a tömés – a szomszéd bútoroshoz akartam már küldeni –
de hol van az idő, a pénz és a hajlandóság? –mit javítsunk meg először?
Gondoltam, lepedőt terítek rá – úgy féltem a fehér lepedőtől a holdfényben.
Emberek ültek itt, kik nagyszerű álmokat álmodtak, mint te meg én,
s most a föld alatt nyugszanak esőtől vagy holdtól háborítatlanul.
Hadd jöjjek veled.

Egy kis időre megállunk a Szent Miklós márvány lépcsőinek tetején,
aztán te leereszkedsz, én pedig visszafordulok,
baloldalamon kabátod és néhány napfolt érintésének melegével, mely a szomszédos kis ablakból jön,
és ez a tiszta fehér köd a Holdból, mint ezüst hattyúk hosszú sora –
és én nem félek ettől a tüneménytől, mivel sok tavaszi estén át beszélgettem Istennel,
ki épp ilyen holdsugár ködébe és dicsőségébe öltözött
és sok ifjú embert, még nálad is szebbeket, áldoztam fel néki –
Feloldódtam, oly fehér, oly elérhetetlen, fehér lángjaim között, a holdfény fehérjében.
felégtem a férfiak hívogató tekintetétől és az ifjak elragadtatott rajongásától,
pompás bronz testektől ostromoltan,
erős végtagok dolgoznak a medencében, evezőkkel, a pályán, futballozva (úgy tettem, mintha nem látnám őket)
homlokok, ajkak, nyakak, térdek, ujjak és szemek,
mellkasok és karok és dolgok (melyeket valóban nem láttam) –
tudod, néha mikor elragadtatsz, el is felejted, hogy mitől ragadtattál el,
az elragadtatás önmagában elég –
Istenem, micsoda csillagfényű szemek, és a hulló csillagok magasságába emeltettem,
mert kívül-belülről ostromoltan,
nem maradt más út nekem, csak felfelé vagy lefelé. – Nem, ez sem elég.
Hadd jöjjek veled.

Tudom, nagyon késő van. Engedj,
hiszen oly sok éven át – nappal, éjjel és karmazsin estéken át – voltam egyedül,
dermedten, egyedül és szeplőtelenül,
még a hitvesi ágyamban is szeplőtelenül és egyedül,
dicsőítő verseket írva, hogy Isten lábai elé helyezzem őket,
verseket, melyekről biztosíthatlak, hogy kitartanak, mintha csak hibátlan márványba vésettek volna,
túl az én életemen és túl a tiéden, messze túl. S ez nem elég.
Hadd jöjjek veled.

Ez a ház nem visel el engem többé.
Én nem bírom tovább a hátamon cipelni.
Mindig óvatosnak kell lenned, óvatosnak,
hogy megtartsd a nagy falakat,
hogy megtartsd az asztalt a székekkel,
hogy megtartsd a székeket a kezeiddel,
hogy vállaidat a lebegő fénysugár alá helyezd.
És a zongora, mint egy lezárt fekete koporsó. Nem mered felnyitni.
Nagyon óvatosnak kell lenned, nagyon óvatosnak, ha lehullnak, te is lehullassz. Én nem bírom el.
Hadd jöjjek veled.

Ez a ház, habár egészen halott, nem akar meghalni.
Makacsul élni akar a halottjaival,
tovább élni halálában,
tovább élni halálának bizonyosságában,
és tovább őrizni a házat a halottjainak, a rothadó ágyakkal és polcokkal.
Hadd jöjjek veled.

Itt azonban hangtalanul sétálok az este ködében,
akárha papucsban, akárha mezítláb,
néhány hang lesz csak: üvegtábla vagy tükör törése,
néhány lépés hallatszik – nem az enyémek.
Odakint az utcán ezek a lépések talán nem hallatszanak –
a bűnbánat, azt mondják, fapapucsot hord –
és ha belenézel ebbe vagy abba a tükörbe,
a por és a repedések mögé,
megpillantatod az arcodat -sötétebb és töredezettebb-
az arcodat, melyet egész életben tisztán és egészben tartani igyekeztél.

Az üveg szája fénylik a holdfényben, mint egy görbe borotva – hogyan emelhetném ezt az én ajkaimhoz?
Habár nagyon szomjazom – hogyan emeljem? – látod?
Hasonlatokhoz van kedvem – ez legalább megmaradt nekem,
megerősít, hogy az értelmem még nem hagyott cserben.
Hadd jöjjek veled.

Néha, mikor az este leszáll, olyan érzésem van,
hogy odakint az ablakon túl a medvetáncoltató vonul el az öreg, termetes medvéjével,
bundája tele van égésekkel és tüskékkel,
felkavarja a szomszéd utca porát,
egy elhagyatott porfelhő, mely érzékelteti a szürkületet,
s a gyerekek hazatértek vacsorára s már nem engedik őket az utcára,
mégha a falak mögül meg is sejtik az öreg medve elhaladását –
és a fáradt medve elhalad magányosságának bölcsességében, nem tudva merre és miért –
súlyossá vált, többé nem tud táncolni megdagadt lábain,
nem tudja viselni fűzős kalapját, hogy a gyerekeket, naplopókat és bámészkodókat szórakoztassa,
nem akar mást, mint lefeküdni a földre,
engedni őket, hogy a hasát tapossák, így játszva utolsó játékát,
megmutatva rettenetes erejét a lemondásra,
közönyét mások érdeklődése iránt,  a gyűrűk iránt ajakaiban,
fogai erőszakossága iránt,
közönyét fájdalommal és élettel szemben,
a halál teljes bizonyosságában – mégha lassú halál is –
végső közönyösségét a halállal szemben, az élet tudásával és folytonosságával,
mely felemeli őt rabszolgaságából a tudásával és tetteivel.

De ki tudja a végsőkig játszani ezt a játékot?
És a medve felkel újra és tovább megy engedve pórázának, gyűrűinek és fogainak,
tépett ajkakkal mosolyogva a fillérekre, melyet gyönyörű és gyanútlan gyermekek dobálnak
(pontosabban gyönyörűek, mivel hogy gyanútlanok),
és köszönetet mondva. Mert a megöregedett medvék csak egy dolgot tudnak mondani: Köszönöm, köszönöm.
Hadd jöjjek veled.

Ez a ház megfojt engem. A konyha különösen olyan, mint a tenger mélységei.
A lógó kávéscsészék köralakban fénylenek, mint valószerűtlen halak hatalmas szemei,
a tányérok lassan hullámzanak, mint a medúzák,
hínárok és kagylók akadnak a hajamba -  később már nem tudom őket meglazítani –
nem tudok visszajutni a felszínre –
a tálca halkan kiesik a kezemből – lemerülök,
és látom a lélegzetem buborékjait emelkedni és emelkedni,
és ahogy nézem őket, próbálom irányítani magamat,
s azon tűnődöm, mit gondolhat az, aki odafent van,
és látja a buborékokat,
talán hogy valaki megfulladt, vagy egy búvár kémleli a mélységet?

És valóban, nem egyszer felfedeztem ott a merülés mélységeiben
korallokat és gyöngyöket, hajótörött roncsok kincseit,
váratlan találkozásokat, múltat, jelent és eljövendőt,
majdhogynem a végtelenség bizonyosságát,
egy bizonyos nyugodtságot, egy bizonyos mosolyát a halhatatlanságnak, ahogy mondják,
boldogságot, részegséget, ihletettséget,
korallokat és gyöngyöket, zafírokat;
csak azt nem tudom, hogyan adjam őket – nem, én adom őket;
csak azt nem tudom, hogy el tudják-e venni – de én mégis adom őket.
Hadd jöjjek veled.

Egy perc csak, míg felveszem a kabátomat.
Amennyire változékony az idő, óvatosnak kell lennem.
Nyirkos az est, és őszintén, nem úgy tűnik neked,
mintha a hold erősítené a hideget?
Hadd gomboljam be az ingedet – milyen erős a mellkasod –
milyen erős a hold – a karosszék, úgy értem – és akárhányszor felemelem
a poharat az asztalról, a csend gödrét hagyja maga után. Ráhelyezem a tenyerem egyszer,
hogy ne lássak át rajta – visszateszem a poharat a helyére;
és a hold pedig egy lyuk a világ koponyáján – ne nézz rajta keresztül,
mágnesként vonz magához – ne nézd, egyikőtök se nézze,
figyelj jól arra, amit mondok – bele fogsz esni. Ez a szédülés,
gyönyörű, légies – bele fogsz esni –
a hold egy márvány kút,
árnyak kavarognak és néma szárnyak, titokzatos hangok – nem hallod őket?

Mélységes mély a zuhanás,
mélységes mély a megmászása,
a légies szobor nyitott szárnyaival körülvéve,
mélységes mély a csend hajthatatlan jóindulata –
remegő fények a túlparton, sodródsz a saját hullámoddal,
az óceán sóhajával. Gyönyörű, légies ez a kábulat – légy óvatos, lezuhansz.
Ne nézz rám, az én helyem ebben a hullámzásban van – ebben a pompás szédülésben.
És minden este egy kis fejfájásom, szédülési hullámom van.

Gyakran kisurranok a patikába az utca túloldalán néhány aszpirinért,
de néha túl fáradt vagyok, és itt maradok a fejfájásommal,
és hallgatom a csövek üreges zaját a falakban,
vagy kávét iszom, és szórakozottságomban, mint mindig,
megfeledkezem, és kettőt is csinálok – ki issza meg a másikat?
Igazán vicces, az ablakpárkányon hagyom hűlni,
vagy néha mindkettőt megiszom, kinézve az ablakon a patika világos, zöld
gömbjét figyelve, mely olyan, mint egy csendesen közeledő vonat zöld fénye,
mely azért jön, hogy elvigyen engem kendőimmel, lejárt cipőimmel, fekete tárcámmal, verseimmel,
de bőröndök nélkül – mihez kezdene bárki is velük?
Hadd jöjjek veled.

Oh, elmész? Jó éjszakát. Nem, én nem jövök. Jó éjszakát.
Én is indulok mindjárt. Köszönöm. Mert hát végül nekem is el kell hagynom ezt a leroggyant házat.
Látnom kell egy kicsit a várost – nem, nem a holdat –
a várost kérges kezeivel, a dolgozó várost,
a várost, mely kenyerével és öklével esküszik,
a várost, mely mindannyiunkat a hátán cipel
kicsinyességünkkel, bűneinkkel és gyűlöletünkkel,
becsvágyunkkal, tudatlanságunkkal és feledékenységünkkel.
Hallanom kell a város nagy lépteit,
és nem hallgatni tovább a te lépteidet,
vagy az Istenét, vagy a sajátomat. Jó éjszakát.

A szoba sötétbe fordul. Úgy látszik, mintha egy felhő takarta volna el a holdat. Hirtelen, mintha valaki bekapcsolta volna a rádiót a közeli bárban, egy nagyon ismerős zenefoszlány hallatszik. Aztán rájövök, ez a Holdfény Szonáta, épp csak az első felvonás játszódott nagyon lágyan ezalatt a jelenet alatt. Az Ifjú most lemegy a dombról egy ironikus, és talán együttérző mosollyal finoman ívelt ajkain, és a szabadulás érzésével. Amint eléri a Szent Miklóst, mielőtt lemegy a márvány lépcsőkön, nevetni fog – hangosan, önfeledten. Nevetése nem fog illetlennek tűnni a hold előtt. Talán az egyetlen illetlen dolog az, hogy semmi sem illetlen. Hamarosan az ifjú elcsendesedik, komollyá válik , és azt mondja: „ Egy korszak hanyatlása.” Újra teljesen lenyugodva ismét kigombolja ingét és folytatja útját. Ami a fekete ruhás nőt illeti, nem tudom, hogy végül kijutott-e a házból. A Hold ismét ragyog. És a szoba sarkaiban árnyak erősödnek elviselhetetlen megbánással, majdnem dühvel, nem annyira az élet miatt, mint inkább a hasztalan vallomás miatt. Hallod? A rádió játszik tovább...



Uploaded byP. T.
Source of the quotationhttp://artatlangondolatok.blogspot.gr

Related videos


minimap