This website is using cookies

We use cookies to ensure that we give you the best experience on our website. If you continue without changing your settings, we'll assume that you are happy to receive all cookies on this website. 

Seferis, Giorgos: Οἱ ἄγγελοι εἶναι λευκοί

Portre of Seferis, Giorgos

Οἱ ἄγγελοι εἶναι λευκοί (Greek)

Tout à coup Louis cessa de frotter ses jambes l’une contre l’autre et dit d’une voix lente: «Les anges sont blancs».
Balzac: Louis Lambert

Όπως ο ναύτης στα ξάρτια γλίστρησε πάνω στον
τροπικό του Καρκίνου και στον τροπικό του Αιγόκερω
κι ήταν πολύ φυσικό που δεν μπορούσε να
σταματήσει μπροστά μας στο ύψος ανθρώπου
αλλά μας κοίταζε όλους από το ύψος της πυγολαμπίδας
ή από το ύψος του πεύκου
παίρνοντας βαθιά την ανάσα του στη δροσιά των
άστρων ή στη σκόνη της γης.
Τον περιστοίχιζαν γυμνές γυναίκες με μπρούντζινα
φύλλα αραποσυκιάς
σβησμένοι φανοστάτες ανεμίζοντας τους κηλιδωμένους
επίδεσμους της μεγάλης πολιτείας
ασύμμετρα κορμιά γεννοβολώντας κενταύρους και
αμαζόνες σαν άγγιζαν τα μαλλιά τους το Γαλαξία.
Και πέρασαν μέρες από την πρώτη στιγμή που μας
χαιρέτησε βγάζοντας κι ακουμπώντας το κεφάλι του
στο σιδερένιο τραπεζάκι
καθώς η όψη της Πολωνίας άλλαζε σχήμα σα μελανιά
που την πίνει το στουπόχαρτο
και ταξιδεύαμε ανάμεσα σ’ ακρογιαλιές νησιών γυμνές
σαν κόκαλο ψαριού παράξενο στην άμμο
κι ήταν ολάκερος ο ουρανός ένα μεγάλο φτερό
περιστεριού μ’ ένα ρυθμό σιωπής, άδειος κάτασπρος
και τα δελφίνια κάτω από το χρωματιστό νερό μαυρίζανε
γρήγορα σαν τα κινήματα της ψυχής
όμοια με τα κινήματα της φαντασίας και με τα χέρια των
ανθρώπων που ψηλαφούν και σκοτώνουνται μέσα στον
ύπνο μέσα στο μεγάλο φλούδι του ύπνου που μας
τυλίγει αχάραχτο, κοινό για όλους μας,
ο κοινός μας τάφος
με μικροσκοπικά κρύσταλλα γυαλίζοντας σπασμένα
από την κίνηση των ερπετών.
Κι όμως τα πάντα ήταν λευκά γιατί ο μεγάλος ύπνος
είναι λευκός κι ο μεγάλος θάνατος
ήσυχος γαλήνιος ξεχωριστός μέσα σε μια απέραντη σιγή.
Και το κακάρισμα της φραγκόκοτας την αυγή κι ο
κόκορας που λάλησε πέφτοντας σ’ ένα βαθύ πηγάδι
κι η φωτιά στο πλάι του βουνού σηκώνοντας παλάμες
από σούρφανο και φύλλα του φθινοπώρου
και το καράβι με τις διχαλωτές ωμοπλάτες πιο τρυφερές
από το πλάγιασμα της πρώτης μας αγάπης,
ήτανε πράγματα απομονωμένα πιότερο ακόμη κι από το
ποίημα που άφησες σαν έπεσες βαρύς μαζί με την
τελευταία του λέξη χωρίς να ξέρεις τίποτε πια μέσα στους
άσπρους βολβούς των τυφλών και τα σεντόνια
που ξεδιπλώνεις μέσα στον πυρετό για να σκεπάσεις την
καθημερινή συνοδεία
των όντων που δε ματώνουν όσο και να χτυπιούνται με
τα πελέκια και με τα νύχια·
ήτανε πράγματα χωριστά βαλμένα αλλού και τα σκαλιά
του ασβέστη
κατέβαιναν ώς το κατώφλι των περασμένων και
βρίσκανε τη σιγή και δεν άνοιγε η πόρτα
κι έλεγες πως οι φίλοι σου χτυπούσαν δυνατά με μια
μεγάλη απόγνωση κι ήσουν κι εσύ μαζί τους
αλλά δεν άκουγες τίποτε κι ανέβαιναν γύρω σου βουβά
δελφίνια μέσα στα φύκια.
Και στύλωνες πάλι τα μάτια κι ο άνθρωπος αυτός με τα
δαγκώματα των τροπικών στο δέρμα
βάζοντας τα μαύρα του γυαλιά σα να ’θελε να δουλέψει
με τη φλόγα του οξυγόνου έλεγε ταπεινά
προσέχοντας και σταματώντας στην κάθε του λέξη:
«Οι άγγελοι είναι λευκοί πυρωμένοι λευκοί και το μάτι
μαραίνεται που θα τους αντικρίσει
και δεν υπάρχει άλλος τρόπος πρέπει να γίνεις σαν την
πέτρα όταν  γυρεύεις τη συναναστροφή τους
κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα
σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων
γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί
μέσα στις φλέβες του ανθρώπου».



Uploaded byP. T.
Source of the quotationhttp://www.greek-language.gr

Az angyalok fehérek (Hungarian)

"Louis hirtelen abbahagyta két lába dörzsölgetését,
és lassan így szólt: Az angyalok fehérek.”
(Balzac: Louis Lambert)

Mint a matróz a kötelek között, úgy suhant végig a
  Ráktérítőn és a Baktérítőn.
Ne lepődjünk meg, hogy nem állhat meg előttünk
  embermagasságban,
és hogy szentjánosbogarak vagy a fenyő magasságából
  nézett bennünket,
teli tüdővel lélegezve a csillagok hűvösében vagy a
  föld porában.
Meztelen asszonyok övezték bronz fügefalevelekkel,
kilobbant lámpák bontogatták a szélben a nagy város
  bepiszkolódott kötését,
iszonyú méhek Kentaurokat és Amazonokat vetettek ki
  magukból,
mikor sörényük már a Tejutat seperte.
Napok teltek el amaz első pillanat óta, mikor köszöntött
  bennünket és fejét erre a vasasztalra tette,
miközben Lengyelország alakot változtatott, mint a
  tinta az itatóson.
És mi utaztunk a szigetek között, melyeknek oly pucér
  volt a partjuk, mint egy különös halcsontváz a
  fövenyen,
és a kerek ég üres volt és fehér, roppant galambszárny,
  mely ütemesen veri a csendet,
s a hánytorgó víz mélyén delfinek foltja sötétlett, mint
  a lélek mozdulásai,
mint a képzelet mozdulásai, mint azoknak a keze, akik
  álmukban tapogatózva készülnek megölni magukat.
Az álom nagy héjában, amely egyenként és hézag-
  talanul borul ránk, közös sírunk,
hánykódó hüllők porlasztotta apró kristálycsillámaival.
És fehér volt mégis minden, mivel a nagy álom fehér.
És a nagy halál, a derűs, a csöndbe záruló halál,
és a gyöngytyúk kotyogása virradatkor, a kakas, mely
  feneketlen kútba zuhanva kukorékol,
és a hegyoldalban a tűz, mely kénből s őszi avarból
  szegi fel ujjait,
és a négyelt szügyű vitorlás, oly gyöngéd, mint túláradó
  első szerelmünk,
zártabb volt még, mint ez a költemény,
amelyet elhagytál, súlyosan lezuhanva utolsó szavával,
s nem tudtál már semmit a vakok fehér szembogara
s a leplek közt, melyeket lázálmod borított mindennapos
  menetére azoknak,
akik nem tudnak vérezni, hiába esnek önmaguknak
  fejszével és körömmel,
félreértett dolgok voltak, és a mész-menetek
a múlt küszöbéig szálltak alá, felfedezték a csöndet ott
  és a mindig csukott ajtót.
Azt mondták, barátaid dörömbölnek ott, iszonyú
  kétségbeesésben, és köztük vagy te is.
De te nem hallottál semmit, körülötted néma delfinek
  szökkentek föl a moszatok közül.
És te újra merően néztél, s az a trópusok cserzette ember
feltette sötét szemüvegét, mintha hegeszteni készülne
  valamit,
s így szólt, nagyon egyszerűen, súlyosan ejtve a szót:
"Az angyalok fehérek, fehéren izzanak, s elhervad a
  szem, ha az arcukba tekint.
Nincs más út, aki együtt akar élni velük, legyen olyanná,
  mint a kő,
és aki csodát akar, vesse a vérét a szelekbe,
mert a csoda nem kívülünk van: benne kering ereinkben.”



Uploaded byP. T.
Source of the quotationhttp://lelkigyakorlatok.tumblr.com

minimap